ΚΙ ΑΝ ΑΚΟΜΗ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΔΕΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΥΕΣΑΙ

2024 06 09 124005 1201x600

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ K'  A' Koρ. 8, 1—13

«Όσον αφορά δε τα κρέατα των θυσιών, γνωρίζομεν ότι όλοι έχομεν γνώσιν. Η γνώσις μας γεμίζει με υπερηφάνειαν, η αγάπη όμως οικοδομεί».

    Κατά πρώτον είναι αναγκαίον να είπωμεν τι θέλει να είπη με αυτό εδώ το χωρίον, διότι έτσι θα είναι κατανοητός ο λόγος μας. Εκείνος που βλέπει κάποιον κατηγορούμενον δεν θα καταλάβη τας κατηγορίας, αν προηγουμένως δεν ιδή την φύσιν του αμαρτήματος.

Ποιοι είναι λοιπόν οι λόγοι δια τους οποίους κατηγορεί τότε τους Κορινθίους; Έγκλημα μέγα και αίτιον πολλών κακών. Ποιον λοι­πόν είναι τούτο; Πολλοί από αυτούς, επειδή έμαθαν ότι δεν είναι τα εισερχόμενα που μολύνουν τον άνθρωπον, αλλά τα εξερχόμενα και ότι τα είδωλα είναι ξύλα και λίθοι και δαίμονες, που δεν μπορούν ούτε να βλάψουν ούτε να ωφελήσουν, έκαμναν κατάχρησιν αυτής της γνώσεώς των με βλάβην και των άλλων και των εαυτών των. Και έτσι πήγαιναν εις είδωλα και συμμετείχαν εις τας εκεί τραπέζας και ως εκ τούτου προεκάλουν μέγαν όλεθρον διότι εκείνοι που κατείχοντο ακόμη από τον φόβον των ειδώλων και δεν έμαθον να τα καταφρονούν, συμμετείχον εις εκείνα τα δείπνα, διότι έβλεπον τους τελειοτέρους να κάνουν το ίδιο, και δια τον λόγον αυτόν εβλάπτοντο πάρα πολύ διότι δεν ήγγιζον όσα τους παρέθετον με το ίδιον πνεύμα με εκείνους, αλλά τα ήγγιζον ως ειδωλόθυτα, και το πράγμα εγίνετο οδός προς ειδωλολατρείαν και αυτοί πάλιν οι δήθεν τελειότεροι ηδικούντο πολύ με το να χαίρωνται δαιμονικάς τραπέζας.

Αυτό λοιπόν ήτο το έγκλημα, ο δε μακάριος εκείνος Παύλος εις την προσπάθειάν του να το διορθώση δεν ήρχισεν εύθύς εξ αρχής τον λόγον του επιτιμητικώς διότι βεβαίως αυτό που εγίνετο προήρχετο από μωρίαν μάλλον παρά από φαυλότητα. Δια τούτο εχρειάζετο εις την κατ’ αρχήν παραίνεσιν μάλλον παρά αυστηράν επίπληξιν και οργήν.

Πρόσεξε λοιπόν την σύνεσίν του, πως ευθύς αρχίζει την νουθεσίαν. «Όσον αφορά δε τα κρέατα των θυσιών, γνωρίζομεν ότι όλοι έχομεν γνώσιν». Άφησε τους αδυνάτους —πράγμα που το κάμνει πάντοτε— και απευθύνεται πρώτα προς τους ισχυρούς. Τούτο το έκαμε και εις την επιστολήν του προς τους Ρω­μαίους, όταν είπε «Συ δε διατί κρίνεις τον αδελφόν σου;», διότι αυτός είναι που ημπορεί  να δεχθή και επιτίμησιν ευκόλως. Αυτό λοιπόν το κάμνει και εδώ και καταρρίπτει κατά πρώτον την αλαζονείαν αυτών με το να δηλώση ότι είναι κάτι το κοινόν αυτό που εκείνοι ενόμιζον ότι είναι εξαιρετικόν, το να έχουν τελείαν γνώσιν.

«Γνωρίζομεν», λέγει, «ότι όλοι έχομεν γνώσιν». Εάν άφηνεν αυτούς να μεγαλοφρονούν και εδείκνυε κατά πρώτον εις τους άλλους ότι το πράγμα είναι επιβλαβές, καθόλου δεν θα ωφελούσε τόσον όσον θα έβλαπτε, διότι η φιλόδοξος ψυχή, όταν καμαρώνη δια κάτι, ακόμη και αν τούτο βλάπτη άλλους, είναι στενώς προσκολλημένη εις αυτό, διότι τυραννείται από την κενοδοξίαν.

Δια τούτο ο Παύλος κατά πρώτον εξετάζει αυτό καθ’ εαυτό το θέμα, πράγμα το οποίον προηγουμένως έκαμε και με την σο­φίαν του κόσμου καταδικάζων αυτήν με έντασιν. Αλλ’ εκεί μεν τούτο ευλόγως το έκανε, διότι ήξιζε πλήρως την κατηγορίαν, και ήτο πολύ εύκολον, δια τούτο δηλώνει ότι αυτό δεν είναι μόνον πε­ριττόν αλλά και αντίθετον εις το κήρυγμα. Εδώ όμως δεν ήτο δυ­νατόν να κάμη τούτο, διότι εδώ πρόκειται δια γνώσιν και μάλιστα τελείαν γνώσιν. Ούτε ήτο λοιπόν ασφαλές να την απορρίψη, ούτε όμως ήτο δυνατόν αλλιώς να εκβάλη την αλαζονείαν που εστηρίζετο εις αυτήν.

Τι κάμνει λοιπόν; Κατά πρώτον με το να τονίση ότι αυτή εί­ναι κάτι το κοινόν περιορίζει την αλαζονείαν εκείνων. Διότι εκείνοι που κατέχουν κάτι μέγα και καλόν, όταν μόνοι αυτοί το έχουν, υπερηφανεύονται περισσότερον. Αν όμως φρονούν ότι κατέχουν αυτό μαζί με άλλους, δεν νιώθουν την ιδίαν υπερηφάνειαν.

Κατά πρώτον μεν λοιπόν το καθιστεί κοινόν, επειδή εκείνοι ενόμιζον ότι μό­νοι αυτοί το έχουν. Έπειτα, αφού το καταστήση κοινόν, δεν αναφέρει ότι και ο ίδιος μόνον κατέχει την γνώσιν, διότι και έτσι θα τους ήναπτε την αλαζονείαν των. Διότι, όπως το να έχη κανείς κάτι μόνος τρέφει την αλαζονείαν, έτσι και το να το έχουν και άλ­λοι ένας ή δύο, εξ ίσου τρέφει την αλαζονείαν. Δια τούτο δεν αναφέρει τον εαυτόν του, αλλά όλους. Δεν είπε δηλαδή, και εγώ έχω γνώσιν, αλλά «Γνωρίζομεν ότι όλοι έχομεν γνώσιν».

Με αυτό λοι­πόν το πρώτον επιχείρημα έπληξε την υπερηφάνειάν των, με το δεύτερον δε επιχείρημά του την έπληξε σφοδρότερον. Ποιον ήτο τούτο; Με το να αποδείξη ότι ούτε αυτή η γνώσις είναι τελεία αλ­λά και πάρα πολύ ατελής και όχι μόνον ατελής αλλά και βλαβερά, εάν δεν συνυπάρχη με αυτήν κάτι άλλο.

Αφού δηλαδή είπεν ότι πάντες γνώσιν έχομεν, προσέθεσε: «Η γνώσις μας γεμίζει με υπερηφάνειαν, η αγάπη όμως οικοδομεί». Ώστε, όταν είναι χωρίς αγάπην, η γνώσις οδηγεί εις αλαζονείαν.

Αλλ’ ούτε η αγάπη, θα έλεγε κάποιος, χωρίς την γνώσιν έ­χει κέρδος. Δεν είπεν αυτό, αλλά, αφού το παρέκαμψε ως γνωστόν, τονίζει ότι τούτο (η γνώσις) χρειάζεται πάρα πολύ εκείνο (την αγάπην). Διότι εκείνος που έχει αγάπην, επειδή εφαρμόζει εντολή που είναι η κυριωτέρα όλων, ακόμη και αν έχη μερικάς ελ­λείψεις, ταχέως θα απολαύση την γνώσιν χάρις εις την αγάπην, όπως ο Κορνήλιος και πολλοί άλλοι εκείνος όμως που έχει μεν γνώ­σιν, αλλά δεν έχει αγάπην, όχι μόνον δεν θα κερδίση τίποτε, αλλά θα χάση και αυτήν που έχει, διότι θα πέση πολλάς φοράς εις αλαζονείαν.

Ωστε, η μεν γνώσις δεν φέρει αγάπην, αλλά το αντίθετον μάλιστα, με την αλαζονείαν και την έπαρσιν που δημιουργεί απομακρύνει τον απρόσεκτον από την αγάπην. Διότι η αλαζονεία συνηθίζει να διαιρή, ενώ η αγάπη και να ενώνη και να φέρη εις γνώσιν.

Αυτό ακριβώς εννοούσε, όταν έλεγεν «Εάν δε κάποιος αγαπά τον Θεόν, αυτός έχει γνωρισθή από αυτόν». Ώστε, λέγει, δεν απαγορεύω τούτο, να έχετε δηλαδή τελείαν γνώσιν, αλλά να την έχετε μαζί με την αγάπην, τούτο σας συμβουλεύω, διότι αλλιώς δεν υπάρχει κανένα κέρδος, αλλά μάλιστα γίνεται και βλάβη.

Βλέπεις πως προετοιμάζει ήδη τον λόγον του περί αγάπης; Επειδή δηλαδή όλα αυτά συνέβαινον από τούτο, ότι δηλαδή δεν είχον πολλήν αγάπην και δεν εσκέπτοντο τον πλησίον των, και όχι από τελείαν γνώσιν, δια τούτο και έπαθαν διάσπασιν και αλαζο­νείαν και όλα τα αλλά, δια τα οποία τους κατηγόρησε, και πριν από αυτό και μετά από αυτά, συνεχώς φροντίζει δι’ αυτήν διορθώ- νων τους πιστούς ως προς την πηγήν των αγαθών.

Διατί τέλος πάν­των, λέγει, υπερηφανεύεσαι δια την γνώσιν, διότι, αν δεν έχετε την αγάπην, οπωσδήποτε θα βλαβήτε από αυτήν την έλλειψιν, διότι τι το χειρότερον υπάρχει από την αλαζονεία; Αν όμως υπάρχη η αγάπη, και από την αλαζονεία θα είσαι ασφαλισμένος. Διότι και αν ακόμη γνωρίζης κάτι περισσότερον από τον πλησίον σου, επειδή τον αγαπάς δεν υπερηφανεύεσαι, αλλά οδηγείς και αυτόν εις αυτήν την γνώσιν.

Δια τούτο και αφού είπεν «Η γνώσις κάνει αλαζόνα τον άνθρωπον», προσέθεσεν «η δε αγάπη οικοδομεί». Δεν είπε, κάνει τους ανθρώπους μετριόφρονας, αλλ’ είπε το πολύ περισσότε­ρον και ωφελιμώτερον. Διότι η γνώσις δεν εδημιούργει μόνον αλαζονεία αλλά και διάσπασιν. Δια τούτο εις εκείνο έφερε τούτο ως αντίθεσιν.

Έπειτα αναφέρει και τρίτον, το οποίον δύναται να τους φέρη ταπείνωσιν. Και ποιον είναι τούτο; Ότι και όταν ακόμη συνυπάρχη η αγάπη, ούτε τότε, αυτή η γνώσις είναι τελεία. Δια τούτο προσέθεσεν «Εάν δε κάποιος νομίζη ότι γνωρίζει κάτι, τίποτε δεν έχει γνωρίσει ακόμη καθώς πρέπει να το γνωρίζη».

 Αυτό το πλήγμα ήτο καίριον. Δεν ισχυρίζομαι, λέγει, ότι η γνώσις είναι κοινή όλων, δεν ισχυρίζομαι ότι μισών τον πλησίον και προβαίνων εις παραλόγους πράξεις θα προκαλέσης μεγίστας βλάβας εις τον εαυτόν σου. Αλλ’ όμως και αν ακόμη μόνος συ γνωρίζης κάτι, και αν ακόμη είσαι μετριόφρων, και αν αγαπάς τον αδελφόν σου, και τότε πάλιν είσαι ατελής κατά την γνώσιν, διότι ουδέποτε γνωρί­ζεις κάτι όπως πρέπει να το γνωρίζης.

Εάν δε ουδέποτε έχωμεν ουδενός πράγματος ακριβή γνώσιν, πως μερικοί έφθασαν εις τόσον βαθμόν τρέλλας, ώστε να λέγουν ότι γνωρίζουν τον Θεόν με κάθε ακρίβειαν; εφ’ όσον, και αν ακόμη είχομεν ακριβή γνώσιν όλων των άλλων, ούτε και τότε θα ήτο δυνατόν να έχωμεν αυτήν την γνώ­σιν (του Θεού). Πόσον μεγάλη είναι η απόστασις μεταξύ αυτού και όλων των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν ούτε να το είπωμεν.

Και πρόσεξε πως συνέτριψε την αλαζονεία των, δεν είπε δη­λαδή ότι, δεν έχετε την απαραίτητον γνώσιν των πραγμάτων που έχετε εμπρός σας, αλλά περί παντός πράγματος. Και δεν είπε, ‘σεις’, αλλά ούτε ο οιοσδήποτε, είτε είναι ο Πέτρος είτε ο Παύλος είτε οποιοσδήποτε άλλος. Έτσι λοιπόν και τους συνεβούλευε και με ακρίβειαν τους περιόριζε. «Εάν δε κάποιος αγαπά τον Θεόν, αυτός», δεν είπε εγνώρισε αυτόν’ αλλ’ «έχει γνωρισθή από αυτόν».

Διότι δεν είμεθα εμείς που εγνωρίσαμεν Αυτόν, αλλ’ Αυτός μας εγνώρισε. Δια τούτο και έλεγε «Δεν με εδιαλέξατε εσείς εμένα, αλλ’ εγώ σας εδιάλεξα», και πάλιν, «Τότε δε θα έχω πλήρη γνώσιν, όπως είναι και η γνώσις του Θεού δι’ εμέ».

Πρόσεχε λοιπόν με πόσους τρόπους εκτύπησε την υπερηφάνειάν των.

Κατά πρώτον έδειξεν ότι δεν γνωρίζουν μόνοι όσα γνω­ρίζουν, διότι λέγει «Όλοι έχομεν γνώσιν».

Έπειτα, ότι το πράγμα είναι βλαβερόν χωρίς αγάπην, διότι λέγει «η γνώσις μας γεμίζει με υπερηφάνειαν».

Ακολούθως, ότι, και αν ακόμη είναι με αγά­πην, δεν είναι αρτία ούτε τελεία «Διότι, εάν κάποιος νομίζη ότι γνωρίζει κάτι, τίποτε», λέγει, «δεν έχει γνωρίσει ακόμη καθώς πρέ­πει να το γνωρίζη».

Επί πλέον, ότι ούτε και αυτήν την ιδίαν την γνώσιν την έχουν από τον εαυτόν των, αλλ’ είναι δώρον του Θεού, διότι δεν είπεν, εγνώρισε τον Θεόν, αλλ’ «εγνωρίσθη ύπ’ αυτού».

Έπειτα, ότι αυτό το ίδιον το δώρον του Θεού γίνεται από αγάπην, την οποίαν οι άνθρωποι δεν έχουν όπως πρέπει, διότι λέγει «Εάν δε κάποιος αγαπά τον Θεόν, αυτός έχει γνωρισθή από αυτόν».

   


ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ 18 – ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Α' ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ - ΛΟΓΟΙ A' —ΚΑ' – ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΚΕΙΜΕΝΟΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ — ΣΧΟΛΙΑ Υπό ΧΡΙΣΤΟΜΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Φιλολόγου – ΕΠΕ - ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ « ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1979 – Σελ. 552-560 

 

 

 


Εκτύπωση   Email